Ένα ζευγάρι σ’ ένα τηλεπαιχνίδι ρωτήθηκε: “Ποιας Εθνικότητας είναι ο Μέγας Αλέξανδρος?” κι ενώ απάντησαν ότι είναι Έλληνας, έχασαν, γιατί οι υπεύθυνοι του παιχνιδιού θεώρησαν ως σωστή απάντηση ότι είναι από τη Μακεδονία. Όχι, όμως τη Μακεδονία στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά τα Σκόπια και κοτσάρανε και τη σημαία τους για να είναι και ξηγημένοι ποια “Μακεδονία” ενοούν.
Εγώ πιστεύω ακράδαντα πως η συγκεκριμένη ερώτηση έγινε σκόπιμα. Πόσοι βλέπουν το συγκεκριμένο τηλεπαιχνίδι? Πόσοι τώρα θα έχουν την εντύπωση πως ο Μέγας Αλέξανδρος είναι Σκοπιανός? Ν’ αρχίσουμε να τρέμουμε από τώρα?
Έχω την εντύπωση πως όσο περνάει ο καιρός οι άνθρωποι στη χώρα μας επιστρέφουν σιγά σιγά στην εμβρυική κατάσταση της κοινωνίας της ζούγκλας. Δηλαδή ποιος θα βγεί από πάνω, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, καλύτερα εσύ παρά εγώ κ.τ.λ. Δηλαδή βαδίζουμε από τα σκατά στα σκατότερα.
Μήπως φταίει που είμαι νέος άνθρωπος και αρχίζω και συνειδητοποιώ τί γίνεται στον κόσμο? Μήπως έτσι είμασταν πάντα κι εγώ τώρα ξύπνησα, αλλά ζω τον εφιάλτη? Ή μήπως όσο περνάει ο καιρός και τα πράγματα γίνονται χειρότερα οι άνθρωποι γίνονται και αυτοί χειρότεροι?
Είσαι στη δουλειά σου και μιλάς με το συνάδελφο και λες: “Ξέρεις, Πίτσα? Έκανες ένα μικρό λαθάκι εδώ.” Υπό ΚΣ η Πίτσα θα σου πει: “Έκανα λάθος? Για να δω.” Αλλά αυτό που θα σου απαντήσει η Πίτσα είναι “Ποιος εγώ?”. Με λίγα λόγια η πρώτη αντίδραση είναι η άρνηση του γεγονότος. Τί ποιος εγώ, κυρία μου? Φυσικά και σε σένα μιλάω. Άμα ήταν θα έλεγα Σούλα και όχι Πίτσα. Εσύ δεν κάνεις λάθη? Τσακίσου να τα διορθώσεις.
Να μη μιλήσω για τα μαχαιρώματα στην πλάτη. “Εγώ δεν ξέρω τίποτα, αυτός ασχολήθηκε με το θέμα. Εγώ όταν ήταν στα χέρια μου ήταν μια χαρά.” Δηλαδή εσύ ότι πιάνεις γίνεται χρυσό και ότι πιάνουν οι άλλοι γίνεται… μην πω.
Αμ δε το άλλο. Ο εργοδότης, η μαμά, ο μπαμπάς και γενικότερα όποιος έχει ένα είδος εξουσίας επάνω σου ποτέ δεν παραδέχεται ότι κάτι δεν πάει καλά εξαιτίας κακών του χειρισμών, αλλά αξαιτίας της ανικανότητάς σου. Να θυμάσαι, ότι ο εργοδότης θα σου τα κρατήσει από το μισθό. Όταν το λάθος, όμως κάνει μπαμ ότι είναι δικό του λέει: “Ε, δε βαριέσαι. Εμείς να είμαστε καλά.”
Παρακαλώ πολύ τους ανθρώπους σε αυτή τη χώρα να σταματήσουν να είναι κότες. Ας παραδεχόμαστε τα λάθη μας. Δεν είναι κακό να παραδέχεσαι πως δεν είσαι τέλειος. Τα λάθη είναι ανθρώπινα καιαφού κάνουμε λάθη ας προσπαθήσουμε να τα διορθώσουμε και όχι να τα φορτώνουμε στους άλλους. Το ότι κάποιος δεν παραδέχεται τα λάθη του δε συμαίνει πως δεν υπάρχουν κι εξαφανίζονται με ένα μαγικό τρόπο. Και να τα ρίχνουμε στους άλλους δεν είναι η λύση.
Πρόσφατα ξεκίνησα μετά από παρότρυνση φίλου μου και φανατικού παίχτη να ξεκινήσω να παίζω World of Warcraft ή αλλιώς WOW σε ένα server με πολλούς έλληνες. Στο τέλος καταλήξαμε όλη η παρέα να ασχολούμαστε και τώρα πηγαίνουμε μαζί στις δύσκολες αποστολές.
Εδώ όμως δε θ’ αναλύσω πόσο εθιστικό είναι το παιχνίδι, γιατί καλοί οι σκοτωμοί, καλά περνάμε, αλλά εγώ στο λίγο καιρό που ασχολούμαι συνειδητοποίησα ότι είμαστε όλοι για τον που… να σας τα λέω τώρα. Αλλά όχι, εγώ θα σας τα πώ.
Πας σε μια περιοχή και βρίσκεις ένα παίχτη κι ενώ κοιταζόσαστε για 5 λεπτά ακίνητοι για να καταλάβει ο ένας τις προθέσεις του άλλου συνεχίζεις τα quest σου και αφίνεις τον άλλο να υπάρχει, παρόλο που βλέπεις πως είναι ένα level μικρότερο από σένα. Εκεί όμως που ασχολείσαι με το τέρας σου, έρχεται ο άλλος και εκμεταλλέυεται το γεγονός πως εσύ έχεις χάσει ήδη ένα ποσοστό από τη ζωή σου για να σε αποτελειώσει. Είναι πολλοί, αλλά πάρα πολλοί αυτοί που σου την πέφτουν πισόπλατα.
Είναι οι ίδιοι τύποι που στην πραγματικότητα σου μιλάνε και σου λένε καλά λόγια, αλλά από μέσα τους σε βρίζουν. “Αχ, καλέ, χάρηκα που γνώρισα!” (Και είχα μια σκασίλα να γνωρίσω εσένα παλιο μα… που σε πέτυχα). Μπορεί να είναι και οι τύποι του στυλ: “Χρειάζεσαι τη βοήθειά μου, ε? Δεν μπορώ τώρα, έχω πολύ δουλειά. Δε φταίω εγώ που τα κατάφερες έτσι μόνος σου.” ή “Μαμαααααααααά, ο Νίκος έφαγε ένα ντολμαδάκι από το τραπέζι την ώρα που πήγες στην κουζίνα.”
Είσαι πάλι στην ίδια περιοχή κι εκεί που κάθεσαι ύσηχα ύσηχα και προσπαθείς να ανέβεις αυτό το level 21 και να πας επιτέλους 22 έρχεται ένας level 70 και περνώντας σου δίνει μία και σε σκοτώνει και συνεχίζει σα να μην έγινε τίποτα. Συγνώμη κύριε, τι καταλάβατε? Το βρίσκετε τάχα μου αστείο. Εξηγείστε το να γελάσω και γώ.
Μήπως είσαι από αυτούς τους νεόπλουτους ή αυτούς που έχουν την τάση για νεοπλουτισμό? Πήρε ο μπαμπάκας σπίτι στη Γλυφάδα και συ αποφάσησες πως θα φοράς μόνο άσπρα ρούχα από δω και πέρα και το μαυρο γυαλί σα στέκα όποτε δε το φοράς στις 12 τα μεσάνυχτα? Μήπως σου έδωσε ο μπαμπάκας το καλό αμάξι με τα δερμάτινα καθίσματα που θα το ξεχρεώσει σε 7 χρόνια από τώρα και συ βάζεις τα λαϊκά στη διαπασών για να σε προσέξουν όλοι την ώρα που περνάς από το Μικρολίμανο και από μέσα σου εύχεσαι να σε βγάλει μέχρι να τελειώσει το τραγούδι η βενζίνη, γιατί εσύ έβαλες μόνο 5 ευρώ στο ντεπόζιτο?
Αλλά και 70 level να μην είσαι θα είσαι μαζί με παρέα και θα συνενοειθείτε μεταξύ σας να σκοτώσετε τον άλλο παίχτη που είναι μόνος του, γιατί “τον έχετε”. Μπορεί και να μην είσαι με παρέα, αλλά να βρείς έναν άλλο που είναι 5 level μικρότερος και να τον “έχεις” και αυτόν.
Σίγουρα θα είσαι κανένας από αυτούς που είναι ή επιδιώκουν να μπουν στο δημόσιο, γιατί έχουν ένα βύσμα στην άκρη γι’ αυτό και μόνο το λόγο. Τί σε νοιάζει αν τρως τη θέση από κάποιον που πραγματικά το αξίζει? Εσύ θέλεις να βρείς τη βολή σου και να περνάς καλά. Θα παίρνεις τα επιδοματάκια σου, θα κάνεις τις 3 μηνες διακοπούλες σου και άσε οι άλλοι να κουρεύονται. Όσοι πιο πολλοί ιδιωτικοί υπάλληλοι τόσα πιο πολλά επιδόματα. “Τί, πήγε το υπουργείο στην Εκάλη? Εδώ και τώρα επίδομα μετακίνης, γιατί αλλιώς ΑΠΕΡΓΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!”
Άντε πάλι στην ίδια περιοχή και γίνεται μάχη Alliance και Horde που στην τελική δεν βγάζει πουθενά, γιατί κανένας δεν πεθαίνει ουσιαστικά, αλλά ανασταίνεσαι και γυρνάς στο ίδιο σημείο και συνεχίζεις μέχρι να βαρεθείς. Οπότε τι κάνεις? Φωνάζεις τον Μπάμπη τον 70ρη να σώσει την κατάσταση. Οπότε αυτός καθαρίζει με 2 τσεκουριές όλους τους αντιπάλους που σε πείραξαν.
- “Μαμααααααααααά, ο Γιαννάκης μου πήρε τη γομολάστιχα. Μπουχου!”
- “Και γω τι θέλεις να κάνω παιδί μου?”
- “Να τον δείρεις!”
- “Γιαννάκηηηηηηη?”
Τελικά, όπου και να πας ότι και να κάνεις, όλοι οι άνθρωποι το ίδιο είναι.
Μια συνηθισμένη συζήτηση γραφείου.
ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ: Γειά σου, Μίνα, παιδί μου. Κάθισε.
ΜΙΝΑ: Μάλιστα, κε. Δράκουλα.
ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ: Σε φώναξα στο γραφείο μου, γιατί έπεσε κάτι στην αντίληψή μου. Έγινε ένα γεγονός για το οποίο ευθύνεσαι εσύ και χάνει η εταιρεία λεφτά. Αποφάσισα πως κάτι τέτοιο δεν πρέπει να το επιτρέψω και γι’ αυτό θ’ αφαιρέσω τα χρήματα από το μισθό σου.
ΜΙΝΑ: Μα κε. Δράκουλα, για το γεγονός που αναφέρεστε εγώ δεν έχω καμία ευθύνη. Είναι ένα γεγονός που προέκυψε πριν έρθω εγώ στην εταιρεία πριν αποχωρίσει ο προϋγούμενος συνάδελφος.
ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ: Δεν ξέρω ποιος φταίει και ποιος δεν φταίει, δεν είμαι εγώ ο κριτής εδώ πέρα. Αλλά πες πως είναι ένα μάθημα ωφέλιμο προς εσένα για να μαθαίνεις πως στο γραφείο μας δεν πρέπει να γίνονται λάθη. Εγώ πάντως δεν πρόκειται να τα πληρώσω από την τσέπη μου!
Χτες περίμενα στη στάση του λεωφορείου στην πλατεία Κλαυθμώνος για να επιστρέψω σπίτι μου. Στο παγκάκι που καθόμουν ήταν και μια γιαγιά ακριβώς από την άλλη πλευρά και διατηρούσαμε την απαραίτητη απόσταση που δηλώνει ο καθένας στη μεριά του. Εϊχα βάλει και τ’ ακουστικά για ν’ ακούω μουσική και η μόνη σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσά μας ήταν ένα βλέμμα του μισού δευτερολέπτου ίσα ίσα για να δηλώσει η καθεμία τις προθέσεις της και ν’ αποτραβηχτούμε η καθεμία στη μεριά της.
Αφού περίμενα για πέντε λεπτά περίπου να έρθει το ΜΜΜ και να πάω σπιτάκι μου εμφανίστηκε από αριστερά μου μια άλλη γιαγιά που ήξερε την προϋγούμενη, γιατί χαιρετηθήκανε εγκάρδια και θρονιάστηκε η δεύτερη στη μέση του πάγκου και ξεκινήσανε την πάρλα. Εγώ, φυσικά ήμουν στον κόσμο μου, γιατί είχα τη μουσική μου και δεν ασχολήθηκα παραπάνω με το θέμα των δύο ηλικιωμένων γυναικών.
Αφού περίμενα άλλα τρία λεπτά η πρώτη γιαγιά σηκώθηκε κι επιβιβάστηκε στο λεωφορείο της κι έφυγε αφήνωντας τη δεύτερη να κάθεται δίπλα μου. Ούτε λόγος να μετακινηθεί πιο δίπλα. Και το εκνευριστικό είναι πως της άρεσε να μιλάει γενικότερα με αγνώστους, γιατί άρχισε να σχολιάζει την προηγούμενη κουβέντα της.
“Κοίτα να δείς πράματα” άρχισε να λέει εξαναγκάζοντάς με να βγάλω το ένα ακουστικό (αμάν πια αυτή η ευγένειά μου) για ν’ ακούσω τί έλεγε. “Έχουμε καταντήσει να πέρνουμε 600 ευρώ σύνταξη.”
“Μα τί μου λέτε τώρα?” της κάνω εγώ. “Εδώ πας να πιάσεις δουλειά και παίρνεις 600 ευρώ, όχι για σύνταξη!”
Η γιαγιά, βέβαια είναι γιαγιά. Μια της αρέσει κουβέντα να γίνεται, μια είναι και περίφανο το αυτί συνέχισε να επαναλαμβάνει τα ίδια πράματα. Που κατάντησε η κοινωνία να παίρνει σύνταξη όσο παίρνω εγώ μισθό.
Συγνώμη γιαγιάκα, αλλά εσένα δούλεψε ο άντρας σου και τώρα που βγήκε στη σύνταξη τη χαίρεσαι εσύ. Εγώ τώρα ξεκινάω να δουλευώ και ξέρω πως θα δουλεύω αφού παντρευτώ, γιατί με ένα ίδιο μισθό πάλι δεν βγαίνεις και άμα κάνω παιδιά πάλι θα πρέπει να δουλεύω και να τα προσέχω, αν δε μ’ έχουν απολύσει, γιατί έχω παιδιά και δε συμφέρει ο εργοδότης να πληρώνει επιδόματα. Σιγά μην κάνω παιδιά τότε.
Κι έρχεται ο εξής προβληματισμός:
Εγώ γιατί είμαι υποχρεωμένη να πληρώνω ΙΚΑ ή ΤΕΒΕ ή δεν ξέρω τί άλλα ταμεία υπάρχουν σε αυτή τη χώρα, αφού ξέρω πως δε θα βγω ποτέ στη σύνταξη? Ήδη δουλεύουμε τρία άτομα για να μπορεί να παίρνει τη σύνταξή της η γιαγιά και σε είκοσι χρόνια θα πρέπει πέντε άτομα να δουλεύουν για την ίδια σύνταξη.
Έχω σκεφτεί να κάνω ιδιωτίκή ασφάλιση σε καμιά μεγάλη και συμφέρουσα εταιρία ( από την άποψη ότι δεν πρόκειται τα επόμενα 100 χρόνια να δηλώσει πτώχευση), αλλά δε γίνεται να πληρώνεις και ιδιωτική και δημόσια ασφάλεια. Και όχι τίποτε άλλο, αλλά είναι υποχρεωτικό να πληρώνεις το ΙΚΑ ενώ ξέρεις πως δε θα πάρεις ποτέ σύνταξη. Και ποιος θέλει να πληρώνει το ΙΚΑ υπό αυτές τις συνθήκες? Εγώ προτιμώ να πληρώνω μόνο την ιδιωτική που με συμβόλαιο υποχρεούται να τηρήσει τους όρους του.
Αλλά σκέφτεται τωρα το κράτος πως άμα μπορεί ο καθένας να πληρώνει την ασφάλειά του όπου θέλει, τότε και δε θα μπορούν να πληρώνουν τις συντάξεις που τρέχουν τώρα, γιατί κάποιοι τα φάγαν τα λεφτά, αλλά και δεν θα υπάρχει κανένας για να τους δίνει και άλλα λεφτά να φάνε. Κι εγώ που πρέπει να τα δίνω αυτά τα λεφτά θέλω δε θέλω αισθάνομαι παγιδευμένη σε μια κατάσταση που κανείς δεν μπορεί να μου εγγυηθεί πως θα βελτιωθεί.
Η γιαγιάκα καλά κάνει που γκρινιάζει, γιατί πάλι με 600ευρώ δεν μπορείς να ζήσεις είτε είσαι νέος είτε είσαι γέρος. Και μετά από 20 χρόνια που η γιαγιά δε θα έχει πεθάνει θα πρέπει εγώ να δουλευώ για να παίνει σύνταξη και άλλη μία ακόμα. Και κάποια στιγμή όλοι θα γεράσουμε, γιατί κανείς δε θέλει πια να κάνει παιδιά, αλλά εγώ δε θα πάρω σύνταξη, γίατί θα έχουμε στερέψει από νέους εργαζόμενους.
Κάποιος μου έλεγε πως κάθε οικογένεια πρέπει να κάνει από τρία παιδιά για να σωθεί το κράτος. Εγώ λέω πως το κράτος ή μάλλον οι πολιτικοί και οι διαχειριστές της ζωής μας πρέπει να καταλάβουν πως μαραζώνουν τη χώρα μας και πρέπει τουλάχιστον να μην εκμεταλλέυονται πόστα και καταστάσεις. Άμα θέλει το κράτος παιδιά τότε να μου δώσει τα απαραίτητα εφόδια να μπορέσω να τα μεγαλώσω σε ένα κράτος που θα έχουν μέλλον και θα κάνω και 5 άμα λάχει (λέμε τώρα).
Αν ξέρεις πως βαδίζεις σε ένα μονοπάτι που ξέρεις που θα καταλλήξει σε άσχημο μέρος τότε δεν προσπαθείς καν να το βαδίσεις.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο …πολιτισμένοι κι αν γίνουμε, εμείς οι άνθρωποι δεν πρόκειται να ξεφύγουμε από την εποχή που σφάζαμε τα κατσικάκια για να διαβάσουμε τα εντεράκια τους και να δούμε τι μας επιφυλάσει και μετά για να μην παν χαμένα τα κάναμε κι ένα κοκορέτσι μαζί με το υπόλοιπο ζώο για να ευχαριστήσουμε τους θεούς. Το ίδιο γινόταν και με τα ψάρια, αλλά στα ψάρια τα έντερα τα πετάς έτσι κι αλλιώς, οπότε εκεί που καθαρίζεις τη μαρίδα κάνεις και μια μίνι πρόβλεψη. ‘Αμα δεν σ’ αρέσει η πρώτη κάνεις και μια δεύτερη και μια τρίτη και κρατάς αυτή που σε συμφέρει περισσότερο. Μετά βάζεις τις θυσιασμένες μαρίδες στο φούρνο με ντομάτα, ψιλοκομένο κρεμμύδι, τρεις σκελίδες σκόρδο και μαϊντανό και κάνεις ένα ωραιότατο πλακί. Το θέμα είναι οι αναθυμιάσεις να φτάσουν στον ουρανό και να κατευναστούν οι θεοί.
Κάποιοι άλλοι λαοί λιγότερο πρακτικοί έβλεπαν το πέταγμα των πουλιών, τις παλάμες, άλλοι ρίχνανε κοχύλια ή βότσαλα, άλλοι παιδευόντουσαν με προσθαφαιρέσεις, άλλοι ρεμβάζανε το φθινοπωρινό ουρανό και άλλοι από τη βαρεμάρα τους εκεί που έπιναν τον καφέ μελέταγαν και το κατακάθι. Μάλιστα το τελευταίο το έχω γνωρίσει κι έχω μαθητεύσει σε αυτό σε ένα πολύ μικρό βαθμό με πολύ μικρό ποσοστό επιτυχίας. Μου έκανε δε εντύπωση οι ορδές γυναικών που ευχαρίστως παρατάγανε τον εσπρέσο από τα Starbucks για μια γουλιά ελληνικό καφέ (με καϊμάκι, παρακαλώ τον έκανα, γιατί ήταν ένα από τα χίλια πράγματα που έκανα στη συγκεκριμένη δουλειά) για ν΄ακούσουν όλο λαχτάρα τα νέα από το υπερπέραν. Και για να κλείσω με το θέμα του καφέ το μόνο που κατάφερνα να δω στο κατακάθι είναι κάτι ηφαίστεια να ανατινάζονται, τη μάνα μου να γκρινιάζει (αυτό το πετύχαινα πάντα) και το Μίκυ Μάους.
Σήμερα, όμως το γραφείο εκεί που καθόμουν κι έκανα τη δουλειά μου ωραία και καλά ήρθε μια πελάτησα. Φοβερό θα μου πεί κανείς, πελάτης σε χώρο εργασίας. Εμένα κάτι δεν μου κολάγε καλά στη συγκεκριμένη από την αρχή. Κάποια στιγμή εξαφανίζεται με μια συνάδελφο, αλλά εγώ δεν έδωσα σημασία.
Σε πέντε λεπτά άρχισα ν’ακούω μουγκρητά. Εγώ πονηρεύτηκα (Αφήστε τα αυτά και σείς το ίδιο θα σκεφτόσασταν). Μα ποιος γκαρίζει έτσι? Αναρωτήθηκα και όταν πήγα να μάθω το τί συμβαίνει δαγκώνανε όλοι τα χείλια τους. Επειδή σε ένα γραφείο τίποτε κρυφό δεν μένει είπα να συνεχίσω και σίγουρα κάποια στιγμή θ’ αποκαλυπτότανε η αλήθεια.
Η αλήθεια, πράγματι, δεν άργησε να εμφανιστεί. Δηλαδή η πελάτησα που έκανε όλη αυτή τη φασαρία, μπήκε μέσα στο γραφείο κι άρχισε να χασμουριέται μουγκρίζοντας.
“Καλέ, τί μάτι ήταν αυτό. Μία ώρα την ξεμάτιαζα και δεν έφευγε με τίποτα. Όταν δε μου είπε ότι μούδιασε το χέρι της φοβήθηκα και την έστειλα να βρεί ένα ταξί να πάει σπίτι της.”
Το είπε καμιά δεκαριά φορές αυτό για να δώσει έμφαση και ταυτόχρονα χασμουριότανε άχαρα και αντιαισθητικά κρατώντας το κεφάλι της και παραπατώντας για να μας δώσει να καταλάβουμε πόσο πολύ πάλεψε με το κακό μάτι. Δηλάδή η κοπέλα παραπονέθηκε για πονοκέφαλο και η Δόκτορ πελάτησα έκανε τη διάγνωση. Σίγουρα ήταν μάτι, δεν χωράει αμφιβολία. Αμέσως οι συναδέλφησες έτρεξαν να τη συνεφέρουν και να της δώσουνε τις πρώτες βοήθειες, γιατί καταλαβαίνανε τη σοβαρότητα της κατάστασης κι εγώ προσπαθούσα να σφίγγω όσο μπορώ να χείλια μου για να μη βγεί το χάχανο προς τα έξω. Ευχαριστώ την τύχη μου που έχω το πιο απομακρυσμένο και απομονωμένο γραφείο εκεί μέσα.
Και τώρα η απορία. Υποτίθεται ότι είμαστε πολιτισμένοι και ας υποθέσουμε και μορφωμένοι. Μετά από τόσα χρόνια και τόσες γνώσεις περί εξέλιξης,τεχνολογίας κι επιστήμης, γιατί δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τα μαντζούνια, τα μάτια και τους καφέδες? Να πω η πελάτησα είναι και κάποιας ηλικίας, αυτά έμαθε αυτά λέει. Δεν μπορώ, όμως να σκεφτώ ότι άνθρωποι της ηλικίας μας και άντε λίγο μεγαλύτεροι εξακολουθούν να πιστεύουν, ας πούμε, στο μάτι. Ήμαρτον πια! Το θεωρώ τόσο γελοίο. Αν κοπέλα μου είχες πονοκέφαλο να πας σε κανένα γιατρό να κοιτάξει τί σκατά έχεις στο κεφάλι σου. Βέβαια θα μου πείς μπορεί να είναι κανένας γιατρός από τη Βουλγαρία και να σε ξεματιάσει στην κυριολεξία, αλλά ξεμάτιασμα το ένα, ξεμάτιασμα και τ’ άλλο. Ας ξεκολήσουμε πια από τις δεισιδαιμονίες.
Υ.Γ. Ας το καλό. Τουλάχιστον με κάνατε και γέλασα.
Από τότε που ήμουν ακόμα στο σχολείο και όλοι συζητάγανε για το μέλλον μου άκουγα τα εξής:
“Να γίνεις αρχιτέκτων, γιατρός ή δικηγόρος, γιατί είναι επαγγέλματα με πυγμή και σίγουρα θα βγάλεις πολλά λεφτά. Να έχεις ένα χαρτί στο χέρι, αλλά να παντρευτείς κι έναν βιομήχανο ή εφοπλιστή που να μη χρειάζεται να δουλεύεις.”
Το τελευταίο με το γάμο είναι ολίγον -αλλά όχι απόλυτα- άσχετο σε ό,τι αφορά την αγορά εργασίας, αλλά το λένε και αυτό (οι μανάδες στις κόρες) για τη μελλοντική αποκατάσταση των τέκνων τους.
Εμείς σε αυτά που λέγανε οι γονείς κάναμε ότι συμφωνούσαμε, αλλά ας το παραδεχτούμε, δεν είναι δυνατόν όλοι να γίνουν αρχιτέκτονες, γιατροί ή δικηγόροι. Έχουμε πήξει πια από δαύτους. Δεν υπάρχει χώρος για να χτίσουμε άλλα σπίτια στην Αθήνα, γιατρός γίνεται και η θειά μου άμα πάει Βουλγαρία και έχω και τρεις γείτωνες δικηγόρους-πιτσαδόρους στη γειτονιά. Πανελλήνιες δώσαμε σχεδόν όλοι, γιατί έτσι μας εξαναγκάζανε. Δεν περάσανε όλοι και όσοι δεν περάσανε και είχανε να δίνουνε 5000-10000€ το χρόνο πήγανε στα ιδιωτικά κολλέγια και γίνανε όλοι γραφίστες, λογιστές και βοηθοί μικροβιολόγοι. Όσοι είχανε να δώσουνε και παραπάνω πήγανε Αγγλία ως επί το πλείστον και οι ακόμα πλουσιότεροι στην Αμερική.
Και καταλλήγουμε στο εξής. Τί κάνουνε οι νέοι όταν τελειώνουν τις σπουδές τους? Καλό είναι και το χαρτί, ότι και να’ ναι, με όποιον τρόπο και να το’ χεις αποκτήσει, γιατί για να το πάρεις όλο και κάποια σταγόνα ιδρώτα θα έχεις ρίξει λίγο ως πολύ. Τί σκέφτονται οι νέοι όταν βρίσκονται ήδη στην αγορά εργασίας?
Οι μισοί λένε:
“Ωραία, πήρα το χαρτί στα χέρια μου, οπότε το μόνο που μου μένει να κάνω είναι να βρω έναν τρόπο να μπω στο δημόσιο. Έτσι δε θα έχω τον άλλο τον πα…ρα πάνω από το κεφάλι μου και δεν θ’ απολυθώ ποτέ. Θα έχω τις παροχές μου και τις απεργιούλες μου και θα είμαι εξασφαλισμένος. Βλάκας είμαι να μείνω όλη μου τη ζωή υπάλληλος γραφείου ενώ έχω σπουδάσει υπολογιστές?”
Οι άλλοι μισοί λένε:
“Έχω σπουδάσει τόσα πολλά και κάθε μέρα πρέπει να κάνω το ελάχιστο των σπουδών μου για το βασικό μισθό και το βράδυ να τυλίγω σουβλάκια για να ζω με τη μαμά μου, γιατί σπίτι δεν μπορώ ακόμα να σταυρώσω. Έχω και τον άλλο να μου κάνει τον έξυπνο και να μου λέει για το πως να κάνω τη δουλειά μου ενώ δεν έχει ιδέα από σχεδιασμό ιστοσελίδας, γιατί είναι απλά γραφίστας που κάνει το manager και νομίζει πως τα ξέρει όλα και μπορεί να σου τη λέει. Θα μαζέψω λεφτά και θα πάω εξωτερικό να δω καμιά άσπρη μέρα. “
Εγώ δεν κατηγορώ τους πρώτους για το πως σκέφτονται, γιατί καλά κάνουνε και θέλουν να βρουν έναν τρόπο ν’ αποκατασταθούν όσο γίνεται λιγότερο επώδυνα. Άλλωστε και γω το ίδιο σκέφτομαι ώρες ώρες. Το να γίνεις δημόσιος υπάλληλος είναι το καλύτερο πράγμα που μπορείς να κάνεις στην Ελλάδα, γιατί οτιδήποτε άλλο δεν συμφέρει. Θα έχεις μια ζωή το άγχος ότι κάποια στιγμή στα 50 σου μπορεί να σε απολύσουνε, γιατί ο άλλος ο εικοσιπεντάρης έχει μάθει μια τεχνική πιο σύγχρονη και αποδοτική από αυτή που ήδη ήξερες, οπότε ή θα πρέπει να τη μάθεις και σύ ή να καταλλήξεις να κάνεις δουλειές του ποδαριού για να προλάβεις να βγεις στη σύνταξη (κανένας στην ηλικία μας δεν πρόκειται να βγει στη σύνταξη, το ξεχνάμε εδώ και τώρα αυτό) πριν πεθάνεις. Αν είσαι ιδιωτικός υπάλληλος θα δουλεύεις με τα παλιά ακόμα συστήματα που είχε ο παππούς μου όταν ήταν ακόμα δημόσιο, δηλαδή χαρτί και μολύβι. Μη βλέπετε που τους βρίζω, απλά εγώ δεν είμαι δημόσιος υπάλληλος, οπότε έχω κάθε δικαίωμα.
Τώρα όσοι θέλουνε να πάνε εξωτερικό είναι αυτοί οι δημιουργικοί άνθρωποι που θέλουνε μια ποιότητα στη ζωή τους και στη δουλειά τους και δεν αντέχουνε άλλο να βρίσκονται σε μια κατάσταση που δεν τους επιτρέπει να προχωρήσουνε παραπάνω. Δε συμφέρει να είσαι ιδιωτικός υπάλληλος, γιατί εκτός από αυτό που έχεις σπουδάσει θα πρέπει να κάνεις και άλλες 500 άσχετες δουλειές που ποτέ δεν είχες φανταστεί ότι θα έκανες. Ακόμα και σκούπισμα και ξεσκόνισμα άμα λάχει, μην πω και τουαλέτες. Και το πιο σημαντικο είναι πως αφού έχεις περάσει τόσα χρόνια στα θρανία κι έχεις κάνει τόσα ξενύχτια, αξίζει να μένεις με το βασικό μισθό και να καταλήξεις μετά από πολλά χρόνια σε λίγο καλύτερο μισθό από το βασικό? Δηλαδή ξεκινάς με 600€ στην καλύτερη περίπτωση, γιατί μπορεί ξεκινήσεις με μαύρα, να ισχυριστούνε πως δεν έχεις πάει ακόμα στρατό ή το χειρότερο να σου πούνε να δοκιμάσουνε κανα 2 μήνες χωρίς πληρωμή και μετά να σε πετάξουνε σα στιμμένη λεμονόκουπα. Στα 35 θα σου δίνουνε χαριστικά 850€, γιατί τόσα χρόνια σε έχουνε πια σα παιδί τους, οπότε να σου δώσουνε ένα χαρτζιλικάκι παραπάνω να πας και κανα σινεμά.
Υπάρχει και το γεγονός να έχεις σπουδάσει φυσικός, μαθηματικός και πυρηνικός επιστήμονας κι ενώ ονειρευόσουνα να γίνεις ερευνητής και ν’ ανακαλύψεις το σύμπαν από την αρχή, να καταλήξεις μαζί με το υπόλοιπο 99,8% των συναδέλφων σου να κάνεις το δάσκαλο στα 10χρονα στο σχολείο της γειτονιάς. Κι ενώ με το ένα χέρι θα γράφεις στον πίνακα 1+1=2 με το άλλο θα βαράς κανονικά την ένεσή σου και ταυτόχρονα θα κάνεις μανούβρες για ν’ αποφύγεις τη σαΐτα που θα σου χαλάσει την τέλεια χωρίστρα. Ακόμα μπορεί να έχεις σπουδάσει γραφίστας, φωτογράφος ή 3d animator και να καταλλήγεις ως ελεύθερος επαγγελματίας να κάνεις ένα γραφιστικό και ο άλλος να επιμένει να γίνει το φόντο μωβ, τα γράμματα κίτρινα και να κολήσεις τη φωτογραφία από το βιολογικό προϊόν που πουλάει και την τράβηξε με τη φανταστική κάμερα των 3megapixel του κινητού του, γιατί έτσι του ήρθε η επιφοίτηση συμβουλευόμενος το φενγκ σούι και μασουλώντας ρίζες αγιουβέρδας. Παρ’ όλαυτά θα σου δώσει 15€ γι’ αυτή την ολοσέλιδη καταχώρηση, γιατί είσαι καλό παιδί και σε πάει, και κακά τα ψέματα θα μπορούσε να το κάνει και μόνος του στο powerpoint.
Με λίγα λόγια οι μισοί νέοι σήμερα σε 10 χρόνια θα έχουνε γίνει δημόσιοι υπάλληλοι και οι άλλοι μισοί θα έχουνε ξενιτευτεί δίνοντας τα φώτα τους σε άλλες χώρες που επιβραβεύουν τις καλές δουλειές. Αλίμονο σε αυτούς που θα μείνουν ακόμα ιδιωτικοί υπάλληλοι, γιατί προβλέπω τα πράματα να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Εγώ ψηφίζω εξωτερικό, γιατί πιστεύω πως αξίζει να δώσεις μια ευκαιρία στον εαυτό σου να κάνεις κάτι περισσότερο από αυτό που κάνεις τώρα και να αμείβεσαι επιτέλους όσο αξίζεις. Αν δεν πετύχεις δεν έγινε και τίποτα. Γύριζεις πίσω και γίνεσαι δημόσιος υπάλληλος. Κανείς δε χάνεται σε αυτή τη ζωή.
Μου έστειλαν αυτό το link με το σχετικό video το οποίο μπορείτε να δείτε και στο YouTube εδώ και καταλαβαίνεις πως όλα γίνονται για δύο πράγματα. Για τη δόξα και τα λεφτά. Τη δόξα πολλοί εμίσησαν το χρήμα ουδείς, αλλά η δόξα φέρνει χρήμα οπότε και αυτή καλή είναι. Ομιλώ για τους δημοσιογράφους οι οποίοι δουλεύουν σε κανάλια που ουσιαστικά εταιρίες είναι και οι εταιρίες λεφτά θέλουν να βγάλουν και καλά κάνουν. Γιατί σου λέει ο απλός κοσμάκης λίγο μπούτι θέλει να δεί και λίγο οπίσθιο και είναι ικανοποιημένος με τον εαυτό του. Είναι όπως έχει μάθει κανείς.
Έλα όμως που ο εγκέφαλος έχει νωθρέυσει και δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε τίποτε άλλο. Και οι δημοσιογράφοι σου λένε αφού αυτά βλέπουνε αυτά θα τους δώσουμε και γι’ αυτά που δεν θέλουνε μερικοί μερικοί να μαθευτούνε θα τα θάψουμε κάτω από μερικά στρώματα ευρώ.
Εγώ δεν κατηγορώ τους ανθρώπους που προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους όσο το δυνατόν πιο ελπιδοφόρα, αλλά κατηγορώ τους ίδιους ανθρώπους που ξέρουνε πως έχουν τη δύναμη να ξυπνήσουνε τους συνανθρώπους τους από το λήθαργο του ότι και καλά όλα έιναι ωραία και να συνηδειτοποιήσουν ορισμένα πράγματα. Δεν είναι ωραίο να ξέρεις πως όλη σου η ύπαρξη και τα πιστεύω σου κατευθύνονται και διαμορφώνονται από μια χούφτα ανθρώπων που κατευθύνονται από μια χούφτα ευρώ.
Το αν πήδηξε ο Ζαχόπουλος και πόσο ψηλά ουσιαστικά δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ούτε πόσες πούλιες και φτερά είχε το φόρεμα της τάδε τραγουδίστριας στην πίστα, ούτε αν παντρεύτηκε και γέννησε ο τάδε ηθοποιός.
Και κλείνουμε με μια φράση του φίλου μου Blade: “The world you are living in is just the sugar-coated topy”

Κάθε φορά που πηγαίνω σε δημόσια υπηρεσία βλέπω παντού το ίδιο πράγμα. Άδεια γραφεία, ατελείωτες ουρές και τη δουλειά μου να μη γίνεται. Αν τα γραφεία δεν είναι άδεια από ανθρώπινο δυναμικό τότε είναι άδεια από εργασία. Δηλαδή τραβάω τα μαλλιά μου να βλέπω ανθρώπους να κάθονται στα γραφεία τους και να μην κάνουν τίποτα. Καλά όχι και τίποτα. Καμιά εφημερίδα με αθλητικά, κανένα περιοδικό για μωρουδιακά ή κανένα χαρτί απολύτως, γιατί το έχουνε ρίξει στο κουτσομπολιό.
Όσοι δημόσιοι υπάλληλοι έτυχε να βρεθούν σε πόστο που να έχουνε να κάνουνε δουλειά και μάλιστα να εξυπηρετούν κόσμο γίνονται αναιδέστατοι και αντιπαθητικοί. Εγώ παράδειγμα είμαι από τους εκνευριστικά ήρεμους ανθρώπους, αλλά μου έχει τύχει μια τύπισα στο ΙΚΑ της Ομόνοιας να μου σκίσει από τα νεύρα της ένα χαρτί που της έδωσα (που τελικά δεν ήταν κάτι που χρειαζόταν) αφού με είχε ειρωνευτεί και με είχε βγάλει τόσο πολύ έξω από τα ρούχα που σίγουρα θα την είχα δείρει πολύ άσχημα άμα δεν ήταν το τζάμι μπροστά. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν φταίει που είναι αντιερωτική κι έχει αραχνιάσει μέχρι τις μασχάλες, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι σε τέτοια πόστα και πρέπει να τους ανεχόμαστε.
Μια άλλη μέρα έτυχε να πρέπει να κάνω τη δουλειά μου σε δημόσια υπηρεσία, αλλά δεν γνώριζα από πριν ότι οι συγκεκριμένοι κάνανε απεργία και για ποιο λόγο την κάνανε. Αλλά το περίεργο είναι πως ήταν όλοι εκεί και χτυπήσανε κανονικά την κάρτα τους για μια μέρα που πήγανε στη δουλειά, αλλά καθόντουσαν και δεν εξυπηρετούσαν κανένα. Μαλλον 5 μέρες ήταν, δηλαδή ακόμα χειρότερα. Αν αναλογιστεί κανείς όλαυτά τα ημερομίσθια τότε μιλάμε για ένα υπέρογκο ποσό. Εγώ δεν μπορώ να φανταστώ να μιλήσω για απεργία στη δουλειά μου, γιατί κανένας εργοδότης δεν μπορεί να παραδεχτεί ότι οι υπάλληλοι του έχουν πρόβλημα με τις συνθήκες εργασίας τους ή ακόμα ότι έχουν και δικαιώματα. Χάρη μας κάνουν που δεν μας αφήνουν να πεθάνουμε από την πείνα και πρέπει να τους ευγνωμονούμε και από πάνω. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και καλύτερα λεφτά παίρνουν σε γενικά πλάισια, και καλύτερες συνθήκες εργασίας έχουν και έχουν το δικαίωμα στην απεργία.
Το πιο εκνευριστικό απόλα είναι πως όλοι γνωρίζουνε για το πως μονιμοποιούνται οι δημόσιοι υπάλληλοι, τι δουλειά δεν κάνουνε και πως την κάνουνε, αλλά είναι τόσο πολλοί που κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα.
Ο Δήμος της Αθήνας έχει δημιουργήσει την επίσημη ιστοσελίδα της που εκεί λογικά μπορείς να μάθεις ότι είναι σχετικό με την τοπική αυτοδιοίκηση. Που θα μπορέσεις να κάνεις τη δουλειά σου και μερικά νέα που προσωπικά βαριέμαι να διαβάζω.
Δεν είμαι και πολύ γνώστης των τεχνικών προδιαγραφών για την κατασκευή ενός site και γνωρίζω σχετικά λίγα πράγματα, αλλά 1.000.000€ (για την ακρίβεια 942.105€) είναι ένα υπερβολικά υπέρογκο ποσό για μια τέτοια δουλειά (βλεπε http://www.wiggler.gr/2008/01/04/942105_euros_costs_athens_portal/ και http://magicasland.com/942105-evro-ke-kati-psila-plirose-o-dimos-athineon-gia-ena-dorean-drupal/2008/01/04/)
Και ύστερα μας λένε πως το δημόσιο έλλειμα αντί να μειωθεί έχει αυξηθεί.
Αλήθεια δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να σταματήσουνε πια να μας πιάνουνε κορόιδα?





